Translation: from greek to english

from english to greek

καθώς

  • 1 καθώς

    καθώς adv. (its use strongly opposed by Phryn. p. 425 Lob.; Aristot.+; ins, pap, LXX, pseudepigr., Philo; Jos., Ant. 12, 158 al.; Ar.; Just., A I, 51, 6; Tat. 33, 3) marker
    of comparison, just as, w. οὕτως foll. (just) as … so Lk 11:30; 17:26; J 3:14; 2 Cor 1:5; 10:7; Col 3:13; 1J 2:6; 1 Cl 20:6; Hs 9, 4, 1. κ. … ὁμοίως as … so, likewise Lk 6:31. κ. … ταῦτα J 8:28; τὰ αὐτὰ … κ. 1 Th 2:14. κ. … καί as … so or so also J 15:9; 17:18; 20:21; 1J 2:18; 4:17; 1 Cor 15:49. οὕτως καθώς just as Lk 24:24. Freq. the demonstrative is omitted: ποιήσαντες κ. συνέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς they did as Jesus had directed them Mt 21:6; cp. 28:6; Mk 16:7; Lk 1:2, 55, 70; 11:1; J 1:23; 5:23; Ac 15:8; Ro 1:13; 15:7; 1 Cor 8:2; 10:6; 2 Cor 1:14; 9:3; 11:12; Eph 4:17; Hm 12, 2, 5; 1 Cl 16:2. As a formula κ. γέγραπται as it is written (cp. Sb 7532, 16 [74 B.C.] καθὰ γέγραπται) Mt 26:24; Mk 1:2; 9:13; 14:21; Lk 2:23; Ac 15:15; Ro 1:17; 2:24; 3:4, 10; 4:17; 8:36 and very oft. in Paul. See s.v. καθάπερ and cp. κ. προείρηκεν Ro 9:29. κ. διδάσκω as I teach 1 Cor 4:17. καθὼς εἶπον ὑμῖν J 10:26 v.l. καθὼς εἶπεν ἡ γραφή J 7:38. The accompanying clause is somet. to be supplied fr. the context: κ. παρεκάλεσά σε (POxy 1299, 9 καθὼς ἐνετειλάμην σοι= [act, do] as I have instructed you) 1 Ti 1:3; cp. Gal 3:6. ἤρξατο αἰτεῖσθαι (ἵνα ποιήσῃ αὐτοῖς) κ. ἐποίει αὐτοῖς as he was accustomed to do for them Mk 15:8. ἰάθη Σαλώμη καθὼς προσεκύνησεν Salome was healed in accordance with her prayer GJs 20:3. In combination w. εἶναι: ὀψόμεθα αὐτὸν κ. ἐστιν we will see him (just) as he is 1J 3:2, in the sense of ποῖος ‘as’ J 6:58; 14:27 (s. HLjungvik, Eranos 62, ’64, 34f). κ. ἀληθῶς ἐστιν as it actually is 1 Th 2:13. Somet. an expression may be condensed to such an extent that opposites are compared ἀγαπῶμεν ἀλλήλους οὐ κ. Κάϊν 1J 3:11f. οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος … οὐ κ. ἔφαγον οἱ πατέρες quite different from that which the fathers ate J 6:58. In compressed speech, to introduce a quotation, e.g. εἰς τὴν κατάπαυσιν …, κ. εἴρηκεν (after Ps 94:11) in the rest … of which God has said Hb 4:3; 8:5 (s. HLjungvik, Eranos 62, ’64, 36f).
    of extent or degree to which, as, to the degree that (Num 26:54; Ar. 2, 1; 4, 1) κ. ἠδύναντο ἀκούειν so far as they were able to understand Mk 4:33. κ. εὐπορεῖτό τις each according to each one’s (financial) ability Ac 11:29. κ. βούλεται (just) as the Spirit chooses (NRSV) 1 Cor 12:11; cp. vs. 18. κ. ἔλαβεν χάρισμα to the degree that one has received a gift 1 Pt 4:10. Cp. Ac 2:4; 1 Cor 15:38.
    of cause, since, in so far as, esp. as a conjunction beginning a sentence (B-D-F §453, 2; Rob. 968; 1382) J 17:2; Ro 1:28; 1 Cor 1:6; 5:7; Eph 1:4; 4:32; Phil 1:7.
    of temporality, as, when. The temporal mng. of κ. is disputed, but seems well established (2 Macc 1:31; 2 Esdr 15:6; EpArist 310; s. ὡς 8); κ. (v.l. ὡς) ἤγγιζεν ὁ χρόνος when the time came near Ac 7:17 (EpArist 236 καθὼς εὔκαιρον ἐγένετο).
    After verbs of saying it introduces indirect discourse (=ὡς, πῶς) Συμεὼν ἐξηγήσατο, κ. ὁ θεὸς ἐπεσκέψατο S. has related how God visited Ac 15:14. μαρτυρούντων σου τῇ ἀληθείᾳ, κ. σὺ ἐν τῇ ἀληθείᾳ περιπατεῖς who testify to your truth, namely how you walk in the truth 3J 3.—M-M.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > καθώς

  • 2 καθώς

    καθώς
    even as: indeclform (adverb)

    Morphologia Graeca > καθώς

  • 3 καθώς

    + С 12-110-74-31-52=279 Gn 8,21; 18,5; 41,13; 44,2; Ex 34,1
    as, just as (followed by a sentence) Gn 8,21; id. (followed by a word) Ex 34,1; as, to the degree that Nm 26,54; (as) when 2 Mc 1,31 καθὼς... οὕτως... as... so... Nm 8,22

    Lust (λαγνεία) > καθώς

  • 4 καθώς

    καθώς, Adv.
    A = καθά, Hdt.9.82 codd., Arist.Pr. 891b34, IG5(2).344.20 (Arc., iii B.C.), Wilcken Chr.11 A 53 (ii B. C.), IG22.1030.22 (i B. C.), al.; even as, Ev.Jo.15.12.
    2 how, ὑπομιμνῄσκειν κ... Aristeas 263, cf. Act.Ap.15.12.
    II of Time, as, when, ib.7.17, LXX 2 Ma.1.31, Aristeas 310. (Condemned by Phryn.397, Moer.212.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > καθώς

Look at other dictionaries:

  • καθώς — even as indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθώς — (AM καθώς) Ι επίρρ. με αυτόν τον τρόπο, με τον τρόπο πού, όπως (α. «καθώς καθόσουν βέβαια θά πεφτες» β. «καθώς μού είπες έκανα» γ. «ἀγαπᾱτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾱς», ΚΔ) νεοελλ. φρ. α) «καθώς πρέπει» ευπρεπής, ευυπόληπτος β. «καθώς και» όπως …   Dictionary of Greek

  • καθώς — 1. αναφ. επίρρ., όπως: Δε θα γίνουν σύντομα εκλογές, καθώς ακούω. 2. χρον. σύνδ., ενώ, μόλις, όταν: Καθώς τον είδα να τραβάει το πιστόλι του, φοβήθηκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθώς — [катос] επίρ. как, как только …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Μεξικό — Κράτος του νότιου τμήματος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τις ΗΠΑ και στα Ν με την Μπελίζ και τη Γουατεμάλα. Βρέχεται στα Δ από τον Ειρηνικό ωκεανό και στα Α από τον κόλπο του Μεξικού.O ποταμός Pίο Γκράντε αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.