Translation: from greek to english

καθωπλισμένως

Look at other dictionaries:

  • καθωπλισμένως — (Α) επίρρ. όπως οι οπλισμένοι πολεμιστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < καθ ωπλισμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού ρ. καθ οπλίζω] …   Dictionary of Greek

  • καθωπλισμένως — καθοπλίζω equip perf part mp masc acc pl (doric) καθωπλισμένως like armed warriors indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.