Translation: from greek to english

καθυφίσταμαι

Look at other dictionaries:

  • καθυφίσταμαι — (Α) υφίσταμαι πραγματικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑφ ίσταμαι] …   Dictionary of Greek

  • καθυπόστασις — καθυπόστασις, ἡ (Α) [καθυφίσταμαι] ιδιαίτερη, ατομική υπόσταση …   Dictionary of Greek

  • καθυπόστατος — καθυπόστατος, ον (Μ) [καθυφίσταμαι] ο ενωμένος σε μια υπόσταση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.