Translation: from greek to english

καθυστερίζω

Look at other dictionaries:

  • καθυστερίζω — (Μ) καθυστερώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑστερίζω (< ὕστερος)] …   Dictionary of Greek

  • καθυστεριζόντων — καθυστερίζω pres part act masc/neut gen pl καθυστερίζω pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζοντα — καθυστερίζω pres part act neut nom/voc/acc pl καθυστερίζω pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζουσι — καθυστερίζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καθυστερίζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζειν — καθυστερίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζοιτο — καθυστερίζω pres opt mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.