Translation: from greek to english

καθυπογράφω

Look at other dictionaries:

  • καθυπογράφω — (AM) (επιτατ. τού υπογράφω) μσν. 1. περιγράφω 2. καταλογίζω, καταχωρίζω αρχ. 1. προσυπογράφω 2. επικυρώνω, εγκρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο γράφω] …   Dictionary of Greek

  • καθυποτάσσω — (AM καθυποτάσσω, Α αττ. τ. καθυποτάττω) (επιτατ. τού υποτάσσω) υποτάσσω κάτι ή κάποιον εντελώς, υποδουλώνω, κατακυριεύω μσν. αρχ. συμπληρώνω, επισυνάπτω, προσαρτώ αρχ. πάπ. καθυπογράφω, προσυπογράφω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο τάσσω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.