Translation: from greek to english

καθυποβάλλω

Look at other dictionaries:

  • καθυποβάλλω — (AM καθυποβάλλω) (επιτατ. τού υποβάλλω) υποβάλλω κάποιον σε κάτι («καθυποβάλλω ἀριθμῷ» μετρώ, υποβάλλω σε αρίθμηση, Μάρκ. Διάκ.) νεοελλ. φρ. «καθυποβάλλω τα σέβη μου» χαιρετισμός σε αξιοσέβαστο πρόσωπο μσν. 1. απονέμω, εκχωρώ, παραχωρώ 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.