Translation:

κάλλυντρον

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • κάλλυντρον — κάλλυντρον, τὸ (Α) [καλλύνω] 1. το μέσο με το οποίο καθαρίζουμε, η σκούπα («σαίρουσαν δὲ καλλύντρῳ τινὶ τὴν οἰκίαν», Πλούτ.) 2. κλαδί από φοινικιά 3. είδος φυτού 4. κόσμημα …   Dictionary of Greek

  • κάλλυντρον — broom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλύντρω — κάλλυντρον broom neut nom/voc/acc dual κάλλυντρον broom neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλύντρου — κάλλυντρον broom neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλύντρῳ — κάλλυντρον broom neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάλλυντρα — κάλλυντρον broom neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • caier — CÁIER, caiere, s.n. Mănunchi de lână, de in, de cânepă sau de borangic, care se pune în furcă pentru a fi tors manual. [pr.: ca ier] – lat. *caiulus. Trimis de viorelgrosu, 20.04.2008. Sursa: DEX 98  cáier s. n., pl. cáiere Trimis de siveco,… …   Dicționar Român

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • -τρο(ν) — ΝΜΑ επίθημα.ουδέτερων ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που εμφανίζεται ήδη σε αρχαιότατα κείμενα, έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη, κυρίως στην Αρχαία, και απαντά σε 200 περίπου ουσιαστικά. Το επίθημα ουδετέρου τρον, όπως και τα… …   Dictionary of Greek

  • καλλονάριον — καλλονάριον, τὸ (Α) σκούπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλονή. Παρόμοιες ονομασίες για τη σκούπα είναι οι κάλλυνθρον*, κάλλυντρον*] …   Dictionary of Greek

  • καλλύνω — (AM καλλύνω) καθιστώ ωραίο κάτι, καλλωπίζω, εξωραΐζω, ομορφαίνω («πρόσωπα καλλύνουσα καὶ πληρουμένη», Σοφ.) αρχ. 1. ευπρεπίζω, καθαρίζω, σαρώνω («ὡς ῥαίνηται καὶ καλλύνηται σφίσιν ἐπιμελῶς», Πολ.) 2. παρουσιάζω κάτι ως καλό («εὐδιάβολον κακὸν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.