Translation: from greek

ιερογλυφιστί

Look at other dictionaries:

  • ιερογλυφιστί — ἱερογλυφιστί (Α) [ιερογλύφος] επίρρ. με ιερογλυφικούς χαρακτήρες …   Dictionary of Greek

  • ορνεογλυφιστί — ὀρνεογλυφιστί (Α) επίρρ. (στην ιερογλυφική γραφή) με δήλωση τών διαφόρων εννοιών με παραστάσεις ορνέων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄρνεον + γλυφίς, ίδος + επιρρμ. κατάλ. τί (πρβλ. ιερογλυφιστί)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.