Translation: from greek

θυριδωτός

Look at other dictionaries:

  • θυριδωτός — ή, ό (Α θυριδωτός, ή, όν) αυτός που έχει θυρίδες, δηλ. παράθυρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυρίς, ίδος + κατάλ. ωτός (πρβλ. αγκαθ ωτός, θολ ωτός)] …   Dictionary of Greek

  • θυριδωτή — θυριδωτός having apertures fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.