Translation: from greek to english

θυμιχθείς πικρανθείς

Look at other dictionaries:

  • θυμίζω — (I) (Μ θυμίζω) νεοελλ. μσν. (μτβ.) υπενθυμίζω, κάνω κάποιον να θυμηθεί μσν. μέσ. θυμίζομαι θυμάμαι («θυμίζετον τό κάλλος», Διγ. Ακρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ο μσν. και νεοελλ. τ. θυμίζω < αρχ. εν θυμίζω < εν + θυμίζω (< θυμός)]. (II) θυμίζω (Α)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.