Translation: from greek

ημιπληγία

Look at other dictionaries:

  • ἡμιπληγία — ἡμιπληγίᾱ , ἡμιπληγία paralysis fem nom/voc/acc dual ἡμιπληγίᾱ , ἡμιπληγία paralysis fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ημιπληγία — Πλήρης ομοιόμορφη παράλυση της μιας πλευράς του σώματος (σύστοιχο άνω και κάτω άκρο), που προκαλείται από συμπίεση της εγκεφαλικής ουσίας. Η συμπίεση αυτή μπορεί να οφείλεται σε εγκεφαλική αιμορραγία, θρόμβωση εγκεφαλικών αγγείων, σε όγκους, σε… …   Dictionary of Greek

  • ημιπληγία — η παράλυση του μισού σώματος από το κεφάλι ως τα πόδια, που οφείλεται σε πάθηση του εγκέφαλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἡμιπληγίας — ἡμιπληγίᾱς , ἡμιπληγία paralysis fem acc pl ἡμιπληγίᾱς , ἡμιπληγία paralysis fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμιπληγίαις — ἡμιπληγία paralysis fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ημιπληγικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ημιπληγία 2. αυτός που έχει υποστεί ημιπληγία, ο ημίπληκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημιπληγής. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στον Αλ. Αντωνιάδη] …   Dictionary of Greek

  • παράλυση — (Ιατρ.). Oνομάζεται και πάρεση. Ο όρος π. σημαίνει την κατάλυση της εκούσιας ή ακούσιας (αντανακλαστικής ή αυτόματης) κινητικότητας, εξαιτίας της απώλειας της κινητικής λειτουργίας σε ένα οποιοδήποτε σημείο μεταξύ του φλοιού του εγκέφαλου και της …   Dictionary of Greek

  • Hemiplejía — (Del gr. hemipleges, medio herido.) ► sustantivo femenino MEDICINA Parálisis de un lado del cuerpo. TAMBIÉN hemiplejia * * * hemiplejia o hemiplejía (del gr. «hēmiplēgía») f. Med. Parálisis de toda una mitad del cuerpo. * * * hemiplejia o… …   Enciclopedia Universal

  • αποπληξία — Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από απότομη απώλεια της συνείδησης (εγκεφαλικό ίκτους), της κινητικότητας και της αισθητικότητας και οφείλεται συνήθως σε εγκεφαλική αιμορραγία, μπορεί όμως να προκληθεί και από θρόμβωση ή εμβολή αιμοφόρου αγγείου του… …   Dictionary of Greek

  • εγκέφαλος — Το ανώτερο και πιο ανεπτυγμένο τμήμα του νευρικού συστήματος, που βρίσκεται στην κοιλότητα του κρανίου. Η μακροσκοπική εικόνα του ε. είναι μαλακή μάζα γκριζωπού και λευκού ιστού με έντονα πτυχωμένη επιφάνεια. Για περιγραφικούς λόγους, ο ε. συχνά… …   Dictionary of Greek

  • ελικοποδία — ή ελκοποδία, η το χαρακτηριστικό βάδισμα αυτών που έχουν υποστεί ημιπληγία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.