Translation: from english to greek

from greek to english

ζυγά

  • 1 Bench

    subs.
    P. and V. βαθρόν, τό.
    Seat: Ar. and V. ἕδρα, ἡ (rare P.).
    Benches for rowers: V. ζυγά, τά, σέλματα, τά. ἑδώλια, τά.
    The bench (judicially): P. and V. οἱ δικασταί.
    Bring ( a person) before the bench: P. εἰς ἀγῶνα καθιστάναι (acc.); see bring to trial, under Trial.

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Bench

  • 2 Seat

    subs.
    Something to sit on: Ar. and V. ἕδρα, ἡ (rare P.), θᾶκος, ὁ (Plat. also but rare P.). V. θκημα, τὸ.
    Chair: Ar. and P. δίφρος, ὁ.
    Seat of state: P. and V. θρόνος, ὁ.
    Seats in the theatre reserved for Senators: Ar. βουλευτικόν, τό.
    Allot seats in a theatre: P. θέαν κατανέμειν (Dem. 234).
    Front seat: Ar. and P. προεδρία, ἡ.
    Bench: P. and V. βάθρον, τό.
    Seat for rowers: V. ζυγά, τά, σέλματα, τά, ἑδώλια, τά.
    Place, position: P. and V. ἕδρα, ἡ.
    About the seat of the liver: P. περὶ τὴν τοῦ ἥπατος ἕδραν (Plat., Tim. 67B).
    Abode: Ar. and V. ἕδρα, ἡ, V. ναστροφή, ἡ, ἤθη, τά. ἑδώλια, τά; see Dwelling, House.
    Seat of worship: V. ἕδη, τά (also Plat. but rare P.); see also Temple.
    Seat of the oracle: P. and V. μαντεῖον, τό, or pl., V. χρηστήριον, τό, or pl.
    ——————
    v. trans.
    P. and V. καθίζειν, V. ἵζειν, ἱδρειν, ἐξιδρειν.
    Seat on the throne: P. εἰς τὸν θρόνον ἐγκαθίζειν (τινά) (Plat., Rep. 553C).
    Seat beside one: P. συμπαρακαθίζεσθαι (τινά).
    Seat at meals: Ar. and P. κατακλνειν (acc.).
    Hold, have room for: P. and V. χωρεῖν (acc.).
    Be seated: see Sit.

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Seat

  • 3 Thwarts

    subs.
    Seats for rowers: V. ζυγά, τά, σέλματα, τά, ἑδώλια, τά.

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Thwarts

Look at other dictionaries:

  • ζυγά — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγά — τα τα ζύγια, τα σταθμά. επίρρ... ζυγά ζυγά ζευγαρωτά, δυο δυο, κατά ζεύγη …   Dictionary of Greek

  • ζυγά — [зига] επίρ. попарно …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ζύγ' — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγαί , ζυγή pair fem nom/voc pl ζυγί , ζυγίς fem voc sg ζυγά , ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl ζυγέ , ζυγόν yoke masc voc sg ζυγέ , ζυγός yoke masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγάς — ζυγά̱ς , ζυγή pair fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγό — το (Α ζυγόν) 1. ό,τι ζευγνύει, ό,τι συνδέει δύο σώματα 2. ο ζυγός άμαξας ή αρότρου, το ξύλο που προσαρμόζεται σταυροειδώς στον ρυμό τού αρότρου ή τής άμαξας, στο οποίο ζεύονται τα άλογα, τα βόδια ή άλλα υποζύγια 3. ναυτ. συν. στον πληθ. α) κάθε… …   Dictionary of Greek

  • ζυγός — ή, ό 1. άρτιος: Ζυγός αριθμός. 2. διπλός: Τώρα που παντρεύτηκε έγινε ζυγός. 3. επίρρ., ζυγά: Παίζουν μονά ζυγά. 4. «ζυγά ζυγά», δύο δύο: Τα τρυγόνια πάνε ζυγά ζυγά. ο 1. ζυγαριά, παλάντζα, πλάστιγγα, καντάρι: Στα φαρμακεία χρησιμοποιούν ζυγούς… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …   Dictionary of Greek

  • μονός — ή, ό (Μ μονός, ή, όν) (για αριθμό) αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί διά τού δύο, περιττός, σε αντιδιαστολή προς τον άρτιο, τον ζυγό νεοελλ. 1. αυτός που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο, απλός, μονομερής («μονή κλωστή») 2. (για άνθος) αυτός που …   Dictionary of Greek

  • CHORUS — I. CHORUS pars Comediae, una ex accessoriis, inter actum et actum: vel pars est, post actum introducta cum concentu. Dicebatur autem sic primo, multitudo canentium saltantiumque cum tibicine: idque antiquitus circa aras Deûm, Virg. aen. l. 6. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πλοίο — Με τον όρο αυτό υποδηλώνεται γενικά κάθε αυτοκινούμενο πλωτό μέσο, που έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από της λέμβου και προορίζεται για εμπορικούς (κυρίως μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών), πολεμικούς (επιφανειακές και υποβρύχιες πολεμικές… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.