Translation: from greek

εὐφημισμόν

Look at other dictionaries:

  • εὐφημισμόν — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφημιστικός — ή, ό [ευφημιστής] 1. αυτός που γίνεται για ευφημία κάποιου, ο εγκωμιαστικός, ο επαινετικός («ευφημιστική βιβλιοκρισία») 2. αυτός που χρησιμοποιείται κατ ευφημισμόν («ευφημιστικός χαρακτηρισμός»). επίρρ... ευφημιστικώς και ά 1. κατά τρόπο… …   Dictionary of Greek

  • EUMENIDES — I. EUMENIDES Furiae infernales κατ᾿ ἀντίφρασιν καὶ εὐφημισμόν, eum minime εὐμενεῖς, h. e. benevolae sint. Serv. in Aen. l. 6. Dictoe quod minime bene velint, per antiphrasin, ut Parcoe, Bellum, Ε᾿υμενίδες αἱ σεμαὶ θεαὶ dicuntur Plutarch. in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • EUONYMOS — ins. parva ex Aeoliis. Plin. l. 3. c. 9. Ita dicta, quod e Lipara in Siciliam navigantibus sinistra offeratur, nam εὐώνυμα Gr. κατ᾿ εὐφημισμόν vocant sinistra, auctor Strab. l. 6. p. 276. Stromboli Nigro, Vulcanetto Ferrario. Quibusd. Lisia… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • LAUS — I. LAUS an a Graeco λαὸς, populus, quod Laus sit vox populi laudantis; an a vet. vote Aeolica λαύω, fruor, quod nullus maior fructus ex virtute, aut actione illius, quam laus, percipiatur: Graece ἔπαινος, Item ἐγκώμιον dicitur: quae tamen duo sic …   Hofmann J. Lexicon universale

  • NUMERUS Par — mali ominis habitus, apud Romanos; impar, plenus et faustior. Solinus c. 1. Graci singulis annis XI. dies et quadrantem detrabebant, eosque octies multiplicatos in annum nonum refervabant, ut contractus nonagenarius numerus in tres menses, per… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άξενος — η, ο (AM ἄξενος, ον, ιων. κ. ποιητ. ἄξεινος, ον) αφιλόξενος αρχ. ‘Αξεινος (ενν. πόντος) αυτός που ονομάστηκε Εύξεινος κατ ευφημισμόν (Πίνδαρος, Ευριπίδης) …   Dictionary of Greek

  • αντίφραση — Σχήμα ρητορικό που σημαίνει τη χρησιμοποίηση μιας έκφρασης, μιας φράσης ή μιας λέξης με την αντίθετη έννοια από αυτή που έχει στην πραγματικότητα. Γίνεται συχνά για ειρωνεία ή κατ’ ευφημισμόν. * * * η λεκτικός τρόπος κατά τον οποίο… …   Dictionary of Greek

  • απαυτός — ή, ό (αντων.) 1. (έναρθρα) αντί για κάποιον ή κάτι που λησμονούμε ή αποφεύγουμε να δηλώνουμε κατ ευφημισμόν ως ακατονόμαστο («φέρε τ απαυτό να το δούμε») 2. ο απαυτός ο πισινός, ο πρωκτός 3. τ απαυτά οι όρχεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ.ετυμολ. απατός*] …   Dictionary of Greek

  • ευφημισμός — ο (ΑΜ εὐφημισμός) [ευφημίζω] 1. έπαινος, εγκώμιο, εύφημη μνεία 2. γραμμ. σχήμα λόγου κατά το οποίο γίνεται χρησιμοποίηση εύφημης λέξεως για κάτι δυσάρεστο ή κακό: Εύξεινος πόντος αντί άξενος πόντος, γλυκάδι αντί ξίδι, Ευμενίδες αντί Ερινύες… …   Dictionary of Greek

  • ηπίαλος — ἠπίαλος, ό (Α) 1. υψηλός πυρετός με ρίγη, με κρυάδες 2. το ρίγος πριν από την εκδήλωση τού πυρετού 3. ο ηπιάλης, ο εφιάλτης 4. φρ. «αηδόνων ηπίαλος» ποιητής που με τις κρυάδες του προξενεί ρίγη στα αηδόνια (Φρύνιχος). [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ήπιος +… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.