Translation: from greek

εὐτοκίῃ

Look at other dictionaries:

  • εὐτοκίη — εὐτοκία easy delivery fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτοκίῃ — εὐτοκία easy delivery fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευτοκία — η (ΑΜ εὐτοκία, Α και ιων. τ. εὐτοκίη) [εύτοκος] εύκολη γέννηση, εύκολος τοκετός νεοελλ. ιατρ. ο τοκετός που γίνεται εύκολα, φυσιολογικά και ομαλά, χωρίς επιπλοκές αρχ. 1. φρ. «τρισσή εὐτοκία» η εύκολη γέννηση τριών παιδιών 2. (για γυναίκες)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.