Translation: from greek

εύσα

Look at other dictionaries:

  • εύσα — εὖσα, ἡ (Α) (δωρ. τ. μτχ. ενεστ. θηλ. τού ρ. εἰμί) οὖσα …   Dictionary of Greek

  • αλιεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος. 1. ψαρεύω ψάρια ή άλλα θαλασσινά είδη: Τα ψαριά αλιεύονται όχι μονάχα κοντά στις ακτές, αλλά και στους ωκεανούς. 2. μτφ., αναζητώ με ζήλο, μαζεύω: Αλιεύει γλωσσικά μαργαριτάρια στις εφημερίδες και τα περιοδικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμνηστεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, δίνω αμνηστία σε κάποιον για ένα αδίκημα που έκαμε: Η Πολιτεία αμνήστευσε ορισμένα αδικήματα που έγιναν στην Κατοχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγορεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, ανακηρύσσω δημόσια: Χθες ο Β αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδημοσιεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, επαναλαμβάνω τη δημοσίευση χωρίς αλλαγές: Η είδηση αναδημοσιεύτηκε και στις απογευματινές εφημερίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναχωνεύω — ευσα, εύτηκα, εμένος, λιώνω μέταλλα, ανασυνθέτω: Για να αναχωνευτούν τα μέταλλα απαιτούνται υψηλές θερμοκρασίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανθρακεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος 1. φτιάχνω ξυλοκάρβουνο: Τους απαγόρεψαν να ανθρακεύουν στο δάσος του χωριού. 2. προμηθεύομαι γαιάνθρακες για την κίνηση πλοίου ή σιδηρόδρομου: Ανθράκευσαν στη Νεάπολη και κατόπι συνέχισαν το ταξίδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανιχνεύω — ευσα, ψάχνω παρακολουθώντας τα ίχνη, ερευνώ προσεχτικά: Προσπαθούσε να ανιχνεύσει στα σπλάχνα του θύματος το δηλητήριο που είχε προκαλέσει το θάνατο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιπροσωπεύω — ευσα, εύτηκα, είμαι αντιπρόσωπος κάποιου: Στη διάσκεψη για το δίκαιο των θαλασσών την Ελλάδα θα αντιπροσωπεύσει ο υπουργός των εξωτερικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποθεραπεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, συμπληρώνω τη θεραπεία: Για να αποθεραπευτεί, πρέπει να μείνει μερικές ακόμη εβδομάδες στην κλινική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απομνημονεύω — ευσα και εψα 1. διατηρώ στη μνήμη μου: Στη διάρκεια του Αγώνα απομνημόνευε τα γεγονότα, για να τα αφηγηθεί με τρόπο μοναδικό αργότερα. 2. αποστηθίζω: Απομνημόνευε κομμάτια από διάφορα βιβλία, για να τα ξεφουρνίσει την κατάλληλη στιγμή και να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.