Translation: from greek

εύζυγος

Look at other dictionaries:

  • εύζυγος — εὔζυγος, και επικ. τ. ἐΰζυγος, ον (Α) (για πλοία) αυτός που έχει καλά καθίσματα («ἐΰζυγον ἤλασαν Ἀργώ»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ζυγός, παράλλ. τ. τού ζυγόν] …   Dictionary of Greek

  • εὔζυγος — εὔζυξ well matched masc gen sg εὔζυγος well benched masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔζυγον — εὔζυγος well benched masc/fem acc sg εὔζυγος well benched neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύζυγον — εὔζυγος well benched masc/fem acc sg εὔζυγος well benched neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔζυγοι — εὔζυγος well benched masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυζύγου — εὔζυγος well benched masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύζυγοι — εὔζυγος well benched masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.