Translation: from greek

εύβλητος

Look at other dictionaries:

  • εύβλητος — εὔβλητος, ον (Α) αυτός που βάλλεται εύκολα, ο ευπρόσβλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βλητός (< βάλλω), πρβλ. από βλητος] …   Dictionary of Greek

  • εὔβλητος — easily hit masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐβλήτους — εὔβλητος easily hit masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβλητοι — εὔβλητος easily hit masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.