Translation: from greek

εφυστερητικός

Look at other dictionaries:

  • εφυστερητικός — ἐφυστερητικός, ή, όν (Α) [εφυστερώ] (ιατρ., για τις βαθμίδες τών προσβολών τού πυρετού που γίνονται σιγά σιγά πιο αραιές) αυτός που καθυστερεί, που συμβάλλει στην καθυστέρηση …   Dictionary of Greek

  • ἐφυστερητικοί — ἐφυστερητικός postponing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.