Translation: from greek

ευνοώ

Look at other dictionaries:

  • ευνοώ — ευνοώ, ευνόησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευνοώ — (Α εὐνοῶ, έω) [εύνους] δείχνω σε κάποιον την εύνοιά μου, τη φιλική μου διάθεση, είμαι διατεθειμένος ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, τόν συμπαθώ (α. «οὐκ εὐνοέει τοῑς ἐμοῑσι πρήγμασι», Ηρόδ. β. «τόν ευνόησε η τύχη») νεοελλ. 1. συμβάλλω στην επιτυχία… …   Dictionary of Greek

  • ευνοώ — [эвноо] р. покровительствовать, благоволить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευνοώ — ευνόησα, ευνοήθηκα, ευνοημένος. 1. δείχνω, παρέχω την εύνοιά μου σε κάποιον, συμπαθώ. 2. προτιμώ κάποιον που τον ξεχωρίζω ανάμεσα στους άλλους: Τονευνοεί η τύχη. 3. βοηθώ: Αν μας ευνοήσει ο καιρός, θα χουμε καλή σοδειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐνοῶ — εὐνοέω to be well inclined pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐνοέω to be well inclined pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλεξι- — Γλωσσ. α συνθετικό ονομάτων τής Αρχαίας και τής Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα. Ετυμολογικά συνδέεται με το ρ. ἀλέξω «προστατεύω, αποκρούω, υπερασπίζω», ανήκει δε στην κατηγορία τών αρχαίων συνθέτων με ρηματικό α συνθετικό σε (σ)ι… …   Dictionary of Greek

  • βοηθώ — ( άω) (AM βοηθῶ, έω, Α και βωθέω, ιων. τ.) 1. παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια 2. προστρέχω να σώσω κάποιον, σώζω 3. ανακουφίζω ασθενή, βελτιώνω την κατάσταση του μσν. νεοελλ. διευκολύνω, ωφελώ νεοελλ. 1. ευνοώ 2. υποστηρίζω αρχ. φρ. 1. «βοηθῶ ἐπί… …   Dictionary of Greek

  • δενδροφυώ — δενδροφυῶ ( έω) (Α) [δενδροφυής] (για τόπο) ευνοώ τη βλάστηση και ανάπτυξη δένδρων …   Dictionary of Greek

  • διαπρέπω — (AM διαπρέπω) [πρέπω] 1. διακρίνομαι, υπερέχω, εξέχω 2. κινώ τον θαυμασμό μσν. ευνοώ αρχ. 1. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος 2. διακοσμώ, στολίζω …   Dictionary of Greek

  • διαπρεπίζω — (Μ) 1. τιμώ, σέβομαι 2. ευνοώ …   Dictionary of Greek

  • δροσίζω — (AM δροσίζω) [δρόσος] 1. ραντίζω με σταγόνες δροσιάς, νοτίζω 2. κάνω κάτι δροσερό 3. προσφέρω ικανοποίηση, απόλαυση 4. γίνομαι δροσερός, ψυχραίνω («δρόσισε ο καιρός») μσν. 1. ανακουφίζω 2. κατευνάζω 3. ευνοώ 4. φωτίζω 5. (για τον θεό) ευλογώ 6.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.