Translation: from greek

ευμετάστατος

Look at other dictionaries:

  • ευμετάστατος — εὐμετάστατος, ον (Α) ευκολομετακίνητος, ασταθής, άστατος («ὑγίεια δὲ τίμιον μέν, ἀλλ εὐμετάστατον», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μεθ ίστημι) …   Dictionary of Greek

  • εὐμετάστατον — εὐμετάστατος unsteady masc/fem acc sg εὐμετάστατος unsteady neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.