Translation: from greek

ευγραφής

Look at other dictionaries:

  • ευγραφής — εὐγραφής, ές (Α) 1. ωραία ζωγραφισμένος («ἔργον τόδ εὐγραφές... ἀνέθεντο») 2. αυτός που γράφει καλά («εὐγραφὴς κάλαμος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γραφής (< γραφή), πρβλ. αρτι γραφής] …   Dictionary of Greek

  • εὐγραφέος — εὐγραφής well painted masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγραφέων — εὐγραφής well painted masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.