Translation: from greek

ευγηθής

Look at other dictionaries:

  • ευγηθής — εὐγηθής, ές και δωρ. τ. εὐγαθής, ές (Α) γεμάτος χαρά, εύθυμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γηθής (< γήθος), πρβλ. πολυ γηθής] …   Dictionary of Greek

  • δαφνογηθής — δαφνογηθής, ές (Α) (για τον Απόλλωνα) αυτός που ευχαριστιέται με τη δάφνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάφνη + γηθής < γήθος «χαρά, ευχαρίστηση» (πρβλ. πολυγηθής, ευγηθής)] …   Dictionary of Greek

  • ευγήθητος — εὐγήθητος, ον και δωρ. τ. εὐγάθητος, ον (Α) ο ευγηθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γηθέω «χαίρομαι»] …   Dictionary of Greek

  • ευγαθής — εὐγαθής, ές (Α) βλ. ευγηθής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.