Translation: from greek

ερμαϊσταί

Look at other dictionaries:

  • ερμαϊσταί — ἑρμαϊσταί, οἱ (Α) επίγρ. θίασος ή εταιρεία λατρευτών τού Ερμή. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ισχυρό θ. Ερμᾱ τού Ερμής + κατάλ. ιστής] …   Dictionary of Greek

  • συνερμαϊσταί — oἱ, Α [ἑρμαϊσταί] σύντροφοι, μέλη τού θιάσου τών λατρευτών τού Ερμή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.