Translation: from greek

ερινυώδης

Look at other dictionaries:

  • ερινυώδης — ἐρινυώδης, ους, ες (Α) [Ερινύς] αυτός που μοιάζει ή αρμόζει στις Ερινύες, ο μανιώδης …   Dictionary of Greek

  • Ἐρινυῶδες — Ἐρινυώδης like the masc/fem voc sg Ἐρινυώδης like the neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινυώδεις — Ἐρινυώδης like the masc/fem acc pl Ἐρινυώδης like the masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρινυώδους — Ἐρινυώδης like the masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.