Translation: from greek

επιφαινόμενο

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • επιφαινόμενο — το (ουδ. τής μτχ. ενεστ. τού επιφαίνομαι, ως ουσ.) 1. το φαινόμενο που συνοδεύει ή επακολουθεί σε μια κατάσταση, το εξωτερικό και δευτερεύον σε σημασία φαινόμενο που αντιδιαστέλλεται από το κυρίως φαινόμενο που συγκεντρώνει το κύριο ενδιαφέρον 2 …   Dictionary of Greek

  • επιφαινόμενο — το 1. φαινόμενο που επακολουθεί σε κάποια κατάσταση. 2. σύμπτωμα ή υπόλειμμα αρρώστιας το οποίο δεν εκδηλώνεται πάντοτε σταθερά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιφαινομενολογία — η βλ. επιφαινομενοκρατία, επιφαινομενισμός, επιφαινόμενο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.