Translation: from greek

επιγραμματίζω

Look at other dictionaries:

  • επιγραμματίζω — (AM ἐπιγραμματίζω) [επίγραμμα] συνθέτω επίγραμμα νεοελλ. χαρακτηρίζω με τρόπο επιγραμματικό …   Dictionary of Greek

  • επιγραμματικός — ή, ό [επιγραμματίζω] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο επίγραμμα («επιγραμματική ποίηση») 2. αυτός που διατυπώνεται ως επίγραμμα, σύντομα και εύστοχα …   Dictionary of Greek

  • επιγραμματιστής — ο (AM ἐπιγραμματιστής) [επιγραμματίζω] νεοελλ. αυτός που χαρακτηρίζει με τρόπο επιγραμματικό αρχ. επιγραμματοποιός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.