Translation: from greek

επιγνωρίζω

Look at other dictionaries:

  • επιγνωρίζω — ἐπιγνωρίζω (AM) καθιστώ γνωστό κάτι, ανακοινώνω αρχ. αναγνωρίζω …   Dictionary of Greek

  • ἐπιγνωρίζει — ἐπιγνωρίζω make known pres ind mp 2nd sg ἐπιγνωρίζω make known pres ind act 3rd sg ἐπιγνωρίζω make known pres ind mp 2nd sg ἐπιγνωρίζω make known pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγνωρίζουσαι — ἐπιγνωρίζω make known pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) ἐπιγνωρίζω make known pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζω — και εγνωρίζω και ηγνωρίζω (AM γνωρίζω, Μ και ἐγνωρίζω και ἠγνωρίζω) 1. έχω μάθει, ξέρω κάτι 2. έχω γνωριμία με κάποιον, ξέρω κάποιον 3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάτι 4. καθιστώ γνωστό, ανακοινώνω κάτι σε κάποιον 5. επαναφέρω στη μνήμη μου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.