Translation: from greek

επιγεννηματικός

Look at other dictionaries:

  • επιγεννηματικός — ἐπιγεννηματικός, ή, όν (AM) [επιγέννημα] 1. αυτός που έχει παραχθεί ή δημιουργηθεί αργότερα από κάποιον άλλο 2. εκείνος που έρχεται ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα …   Dictionary of Greek

  • ἐπιγεννηματικά — ἐπιγεννηματικός of the nature of an neut nom/voc/acc pl ἐπιγεννηματικά̱ , ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc/acc dual ἐπιγεννηματικά̱ , ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῶν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem gen pl ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικόν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc acc sg ἐπιγεννηματικός of the nature of an neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικοῦ — ἐπιγεννηματικός of the nature of an masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῆς — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματική — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικήν — ἐπιγεννηματικός of the nature of an fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιγεννηματικῶς — ἐπιγεννηματικός of the nature of an adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιγεννητικός — ἐπιγεννητικός, ή, όν (Α) ο επιγεννηματικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.