Translation: from greek

επαναφορικός

Look at other dictionaries:

  • επαναφορικός — ἐπαναφορικός, ή, όν (Α) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σχήμα τής επαναφοράς …   Dictionary of Greek

  • ἐπαναφορικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφορικά — ἐπαναφορικός of neut nom/voc/acc pl ἐπαναφορικά̱ , ἐπαναφορικός of fem nom/voc/acc dual ἐπαναφορικά̱ , ἐπαναφορικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφορικόν — ἐπαναφορικός of masc acc sg ἐπαναφορικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφορικοῦ — ἐπαναφορικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαναφορικῶς — ἐπαναφορικός of adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.