Translation: from greek

επαναστάτης

Look at other dictionaries:

  • επαναστάτης — ο (θηλ. επαναστάτρια) [επανίσταμαι] 1. αυτός που επαναστατεί, που συμμετέχει σε επανάσταση 2. αυτός που υποστηρίζει και ακολουθεί επαναστατικές ιδέες, ριζικές μεταβολές 3. (ειδ.) μέλος επαναστικής οργανώσεως 4. αυτός που δείχνει τάσεις… …   Dictionary of Greek

  • επαναστάτης — ο θηλ. ισσα και άτρια 1. αυτός που επαναστατεί, που μετέχει σε επανάσταση, στασιαστής, κινηματίας. 2. άνθρωπος με επαναστατικές αρχές, άτομο που έχει ροπή σε ριζικές και βίαιες μεταβολές. 3. μέλος επαναστατικής οργάνωσης. 4. άτομο που ρέπει στην… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρέμπελος — η, ο, Ν 1. (για πολεμιστές) αυτός που δεν ανήκει σε τακτικό στρατιωτικό σώμα, ο αντάρτικος 2. αυτός που χάνει άσκοπα τον καιρό του χωρίς να κάνει τίποτε 3. αυτός που περιφέρεται άσκοπα εδώ κι εκεί 4. άτακτος, ακατάστατος («ρέμπελο σπίτι») 5.… …   Dictionary of Greek

  • Ζαπάτα, Εμιλιάνο — (Emiliano Zapata, 1883 – Πόλη του Μεξικού 1919). Μεξικανός επαναστάτης. Ως αρχηγός ανταρτικών ινδιάνικων σωμάτων, έγινε θρυλικός ήρωας για τα καταπληκτικά κατορθώματά του στον ανταρτοπόλεμο, όπου αποδείχτηκε τρομερός για τους εχθρούς του και… …   Dictionary of Greek

  • Κριστόφ, Ανρί — (Henri Christophe, Γρενάδα 1767 – Αϊτή 1820). Αϊτινός επαναστάτης, πρόεδρος (1807 11) και βασιλιάς (1811 20) της Αϊτής. Αφού πολέμησε στη Σαβάνα, στην πολιτεία Τζόρτζια (Γεωργία) των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού πολέμου… …   Dictionary of Greek

  • Μπλανκί, Λουί Ογκίστ — (Luis Auguste Blanqui, Πιζέ Τενιέρ 1805 – Παρίσι 1881). Γάλλος επαναστάτης. Καρμπονάρος, φανατικός επαναστάτης και ακαταπόνητος συνωμότης, συνδέθηκε στενά, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1830, με τον Φιλίπο Μπουοναρότι και τον Ρασπάιγ, για να… …   Dictionary of Greek

  • Μπράουν, Τζον — (John Brown, Τόρινγκτον 1800 – Τσάρλσταουν 1859). Βορειοαμερικανός επαναστάτης. Άρχισε να γίνεται γνωστός μετά το 1840 όταν, προσχωρώντας στο στρατόπεδο των αγωνιζόμενων για την κατάργηση τής δουλείας, εργάστηκε με ενθουσιασμό για την… …   Dictionary of Greek

  • Σαιν - Ζυστ, Λουί - Αντουάν - Λιον — (Saint Just). Γάλλος επαναστάτης (Ντεσίζ, Νιβερνέζ 1767 Παρίσι 1794). Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης (1792), αντιτάχτηκε στο φεντεραλισμό των Γιρονδίνων και μπήκε στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (1793), όπου ήταν οπαδός και στενός φίλος του… …   Dictionary of Greek

  • Mary Lalopoulou — Μαίρη Λαλοπούλου Born 1926 Greece Died 14 May 1989 Greece Occupation Actress Maria (Mary) Lalopoulou (Greek: Μαίρη Λαλοπούλου; 1926–1989) was a Greek actress. She took part in …   Wikipedia

  • Врацанос, Антонис — Антонис Врацанос (Ангелулис) (греч. Αντώνης Βρατσάνος (Αγγελούλης), 1919 год Лариса (город)  25 ноября , 2008 года Афины) греческий коммунист, один из самых известных диверсантов греческого Сопротивления 1941 1944 гг. (Народно… …   Википедия

  • Фунтас, Йоргос — Йоргос Фунтас Γιώργος Φούντας Дата рождения: 1924 год(1924) Дата смерти: 28 октября 2010( …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.