Translation: from greek

επαγάλλομαι

Look at other dictionaries:

  • επαγάλλομαι — ἐπαγάλλομαι (AM) [αγάλλομαι] χαίρομαι υπερβολικά για κάτι (α. «μηδ ἐπαγαλλόμενος πολέμῳ και δηιοτῆτι», Ομ. Ιλ. β. «διὸ ἐπαγαλλόμενοι, σέ, Θεοτόκε, μεγαλύνομεν», Μηναία) …   Dictionary of Greek

  • ἐπαγάλλομαι — glory in pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγάλλῃ — ἐπαγάλλομαι glory in pres subj mp 2nd sg ἐπαγάλλομαι glory in pres ind mp 2nd sg ἐπαγάλλομαι glory in pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλομένων — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp fem gen pl ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλόμενον — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp masc acc sg ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλομένη — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλομένης — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλέσθω — ἐπαγάλλομαι glory in pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλόμεναι — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλόμενοι — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγαλλόμενος — ἐπαγάλλομαι glory in pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.