Translation: from greek

δόγμα

Look at other dictionaries:

  • δόγμα — το догмат – богооткровенная истина, содержащая учение о Боге и Его домостроительстве, подтвержденная постановлениями Вселенских Соборов, относящаяся к области веры, незыблемый закон православной веры; τριαδικό δόγμα догмат о Святой Троице… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δόγμα — that which seems to one neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόγμα — Όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη νομική επιστήμη για να προσδιορίσει ένα διάταγμα ή έναν νόμο που θεσπιζόταν από τις επίσημες αρχές, χωρίς δυνατότητα συζήτησης ή αντίρρησης. Στις φιλοσοφικές σχολές δ. ονομάστηκαν οι θεμελιώδεις αρχές κάθε… …   Dictionary of Greek

  • δόγμα — το 1. θεμελιώδης αρχή, δοξασία: Θρησκευτικά δόγματα. 2. απόφαση της Εκκλησίας που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Το δόγμα της τριπλής υπόστασης του Θεού. 3. το σύνολο των θρησκευτικών δοξασιών που γίνεται αποδεκτό από μια ομάδα ανθρώπων καθώς και οι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δόγμα — [догма] ουσ. о. теория, догма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αδριάνειο δόγμα — (Missio Hadriana).Διάταξη στο ρωμαϊκό δίκαιο. Σύμφωνα με αυτή ο κληρονόμος μπορούσε να ζητήσει την προσωρινή νομή της κληρονομιάς, παρουσιάζοντας μια εξωτερικά ανεπίληπτη διαθήκη που τον καθιστούσε κληρονόμο. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (άρ.… …   Dictionary of Greek

  • Τερτυλλιάνειο δόγμα — Το πρώτο έργο νομοθετικής εξουσίας στα χρόνια του Αδριανού. Με το Τ.δ. δόθηκε στη μητέρα το δικαίωμα να έχει μερίδιο στην κληρονομιά της περιουσίας των παιδιών της. Το Τ.δ. (Actum Tertullianum) αποτελεί σταθμό στην ευρωπαϊκή νομοθεσία …   Dictionary of Greek

  • δόγμ' — δόγμα , δόγμα that which seems to one neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάγμα — δόγμα, το (Α) δήγμα, δάγκωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δακ τού δακείν (απαρμφ. αορ. τού δάκνω)] …   Dictionary of Greek

  • δογμάτοιν — δόγμα that which seems to one neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογμάτων — δόγμα that which seems to one neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.