Translation: from greek

δέρην

  • 1 δέρην

    δέρος
    neut acc sg
    δέρω
    skin: pres inf act (doric aeolic)
    δειρή
    neck: fem acc sg (epic ionic aeolic)

    Morphologia Graeca > δέρην

Look at other dictionaries:

  • δέρην — δέρος neut acc sg δέρω skin pres inf act (doric aeolic) δειρή neck fem acc sg (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελάζω — ΝΑ παροιμ. φρ. «ὅμοιος ὁμοίῶ ἀεὶ πελάζει» ο άνθρωπος αρέσκεται εκ φύσεως να συναναστρέφεται με τους ομοίους του (η φράση από το πλατωνικό «ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει», Συμπ. 195 Β) αρχ. 1. έρχομαι κοντά, προσεγγίζω, πλησιάζω («ἐντὸς γὰρ πολλοῡ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.