Translation:

δομέστικος τῶν σχολῶν

Look at other dictionaries:

  • δομέστικος — Βυζαντινό εκκλησιαστικό, στρατιωτικό και πολιτικό αξίωμα. Προέρχεται από τη λατινική λέξη domesticus που σημαίνει υπηρέτης, θεράπων. Ο θρησκευτικός τίτλος δινόταν στους πρωτοψάλτες, στους επικεφαλής του δεξιού και του αριστερού χορού των ψαλτών… …   Dictionary of Greek

  • Domestic of the Schools — The Domestic of the Schools (Greek: δομέστικος τῶν σχολῶν, domestikos tōn scholōn) was a senior Byzantine military office, extant from the 8th century until at least the early 14th century. Originally simply the commander of the Scholai, the… …   Wikipedia

  • Партии ипподрома — Четыре команды на цирковой арене. Римская мозаика, Франция Партии ипподрома, партии цирка, факции (лат. partes, circus factions, греч …   Википедия

  • Κοντοστέφανος — Επώνυμο στρατηγών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 1. Αλέξιος (10ος αι.). Διετέλεσε δομέστικος των σχολών της δύσεως (αρχιστράτηγος των δυνάμεων που στάθμευαν στις ευρωπαϊκές επαρχίες) στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ (958 1025) και έλαβε… …   Dictionary of Greek

  • Κατακαλών, Λέων — (τέλη 9ου αι. μ.Χ.). Βυζαντινός αξιωματούχος. Σε έργο του Νικήτα Παφλαγόνα αναφέρεται ως γαμπρός του πατριάρχη Φώτιου και δρουγγάριος της βίγλας. Μετά την καθαίρεση του Φώτιου από τον πατριαρχικό θρόνο, εξορίστηκε και κλείστηκε σε μοναστήρι. Όταν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.