Translation: from greek to english

διαφύομαι

Look at other dictionaries:

  • διαφύομαι — (αποθ.) (ΑΝ) φυτρώνω ανάμεσα αρχ. 1. αναβλαστάνω 2. αποχωρίζομαι, εξαρθρώνομαι («διαφύντος ἑνός», Εμπ.) 3. (για χρόνο) παρεμβάλλομαι 4. είμαι διαφορετικός («διαπέφυκε ἀλλήλων», Φιλόστρατος) 5. είμαι στενά δεμένος με κάτι ή κάποιον («οὗτος μὲν οὖν …   Dictionary of Greek

  • διαφῦσαι — διαφύομαι germinate aor part act fem nom/voc pl διαφύομαι germinate aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφύηται — διαφύομαι germinate aor subj mid 3rd sg διαφύ̱ηται , διαφύομαι germinate pres subj mp 3rd sg διαφύσσω draw continually pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυεῖς — διαφύομαι germinate aor subj pass 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυῇ — διαφύομαι germinate aor subj pass 3rd sg διαφυή natural break fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφῦναι — διαφύομαι germinate aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφύντος — διαφύομαι germinate aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφύσει — διάφυσις germination fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαφύσεϊ , διάφυσις germination fem dat sg (epic) διάφυσις germination fem dat sg (attic ionic) διαφύ̱σει , διαφύομαι germinate aor subj act 3rd sg (epic) διαφύ̱σει , διαφύομαι germinate fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεφυκυίαις — διαπεφῡκυί̱αις , διαφύομαι germinate perf part act fem dat pl διαπεφῡκυί̱ᾱͅς , διαφύομαι germinate perf part act fem dat pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεφυκυίας — διαπεφῡκυί̱ᾱς , διαφύομαι germinate perf part act fem acc pl διαπεφῡκυί̱ᾱς , διαφύομαι germinate perf part act fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεφυκότα — διαπεφῡκότα , διαφύομαι germinate perf part act neut nom/voc/acc pl διαπεφῡκότα , διαφύομαι germinate perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.