Translation: from greek

διασπείρει

  • 1 διασπείρει

    διασπείρω
    scatter: aor subj act 3rd sg (epic)
    διασπείρω
    scatter: pres ind mp 2nd sg
    διασπείρω
    scatter: pres ind act 3rd sg

    Morphologia Graeca > διασπείρει

Look at other dictionaries:

  • διασπείρει — διασπείρω scatter aor subj act 3rd sg (epic) διασπείρω scatter pres ind mp 2nd sg διασπείρω scatter pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκανία — Η επιβλαβής επήρεια που μπορούν να ασκήσουν ορισμένα άτομα πάνω σε άλλα, είτε με το βλέμμα τους είτε με παράδοξο μορφασμό του προσώπου τους. Η πίστη στη β. είναι πανάρχαια και τη συναντούμε όχι μόνο σε πρωτόγονους λαούς αλλά και σε λαούς με… …   Dictionary of Greek

  • διαλυτικός — ή, ό (AM διαλυτικός, ή, όν) 1. ο ειδικευμένος στη διάλυση 2. ο αναφερόμενος στη διάλυση προγενέστερης σύμβασης ή συμφωνίας 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα διαλυτικά οι δύο οριζόντιες στιγμές (··) που μπαίνουν πάνω στα ελληνικά φωνήεντα ι, υ… …   Dictionary of Greek

  • κυκλάμινο — (Cyclamen). Γένος φυτών της οικογένειας των πριμουλιδών (δικοτυλήδονα), το οποίο περιλαμβάνει περίπου 19 είδη. Πρόκειται για ετήσιες, κονδυλόρριζες πόες, μικρού ύψους, με σφαιρικό κόνδυλο, νεφροειδή ή καρδιοειδή φύλλα με πρωτότυπες αποχρώσεις και …   Dictionary of Greek

  • υποσπορεύς — έως, ὁ, Μ αυτός που διασπείρει κάτι κρυφά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑποσπορά + κατάλ. εύς*] …   Dictionary of Greek

  • διασπείρω — διάσπειρα και διέσπειρα, διασπάρθηκα, διασπαρμένος, (μτφ.), διαδίδω, διασκορπίζω κάτι: Διασπείρει συκοφαντίες για το άτομό μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.