Translation: from greek to english

διαποιμαίνω

Look at other dictionaries:

  • διαποιμαίνω — (AM διαποιμαίνω) [ποιμαίνω] (για ιεράρχη) ποιμαίνω το ποίμνιο και ασκώ τη διοίκηση τής επισκοπής κατά το διάστημα τής αρχιερατείας μου αρχ. διοικώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.