Translation: from greek

διανοητή

Look at other dictionaries:

  • διανοητή — διανοητός that which is fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακιαβελικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Ιταλό πολιτικό και διανοητή τής εποχής τής Αναγέννησης Μακιαβέλι 2. αυτός που είναι σύμφωνος με τις αρχές και το πνεύμα τού μακιαβελισμού 3. δόλιος, ύπουλος, αδίστακτος 4. ως ουσ. αυτός που εφαρμόζει το… …   Dictionary of Greek

  • μακιαβελισμός — ο 1. πολιτικό δόγμα και σύστημα που διατύπωσε ο Μακιαβέλι και που βασίζεται στη χρησιμοποίηση όλων τών μέσων εκ μέρους ενός ηγεμόνα, χωρίς ηθικούς φραγμούς, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του 2. απαράδεκτη από ηθική άποψη πολιτική 3. δόλιος …   Dictionary of Greek

  • πύργος — Με τη λέξη πύργος εννοούμε γενικά ένα κτίριο στο οποίο χαρακτηριστικά υπερέχει η διάσταση του ύψους και το οποίο, συγχρόνως, έχει ένα γενικά κλειστό, αυστηρό και έντονα αμυντικό χαρακτήρα. Aυτή η μορφή κτιρίου, ή κατασκευής γενικότερα, έχει… …   Dictionary of Greek

  • σενσουαλισμός — ο, Ν (φιλοσ.) αισθησιοκρατία, φιλοσοφική θεωρία τού Γάλλου διανοητή Κοντιγιάκ, σύμφωνα με την οποία όλες οι γνώσεις τού ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο από προϊόν τών αισθήσεών του. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. sensualisme… …   Dictionary of Greek

  • Αβερρόης — (Averroes, Κόρντομπα, Ισπανία 1126 – Μαρακές, Μαρόκο 1198). Εκλατινισμένος τύπος του ονόματος του Άραβα φιλοσόφου Ιμπν Ρουσντ. Γιατρός, νομικός και αστρονόμος, αλλά πρώτα απ’ όλα φιλόσοφος, συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της αραβικής σκέψης και …   Dictionary of Greek

  • Αλβάνα-Μηνιάτη, Μαργαρίτα — (Κέρκυρα 1821 – Λιβόρνο 1887). Συγγραφέας. Θεωρείται από τις σημαντικότερες Ελληνίδες λόγιες και συγγραφείς του 19ου αι. Η πνευματική της ακτινοβολία και η ευγένεια του χαρακτήρα της την ανέδειξαν σε ηγερία μιας πλειάδας λογοτεχνών και… …   Dictionary of Greek

  • Κριτίας — (περ. 460 – 403 π.Χ.). Αθηναίος πολιτικός, ποιητής και φιλόσοφος. Γόνος παλαιάς οικογένειας ευγενών, μαθητής των σοφιστών και του Σωκράτη, αναμείχθηκε στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας και το 415 φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα, επειδή… …   Dictionary of Greek

  • Μέντελσον, Μόζες — (Moses Mendelssohn, Ντέσαου 1729 – Βερολίνο 1786). Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε εκπρόσωπος της λεγόμενης λαϊκής φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εκλεκτικής κατεύθυνσης της γερμανικής σκέψης που ενδιαφερόταν για τη διάδοση του Διαφωτισμού στον λαό. Δεν… …   Dictionary of Greek

  • Ντιντερό, Ντενί — (Denis Diderot, Λανγκρ 1713 – Παρίσι 1784)). Γάλλος φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Γιος εύπορου μαχαιροποιού, είχε αρχίσει εκκλησιαστική σταδιοδρομία, αλλά σε ηλικία δεκαπέντε ετών την εγκατέλειψε και εγκαταστάθηκε στο… …   Dictionary of Greek

  • Παλαμάς, Κωστής — (Πάτρα 1859 – Aθήνα 1943). Έλληνας ποιητής. Από ιστορική οικογένεια του Μεσολογγίου, γεννήθηκε στην Πάτρα, όπου τελείωσε και το γυμνάσιο, ορφάνεψε νωρίς από μητέρα και πατέρα και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, που πάντα το θεωρούσε πραγματική… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.