Translation: from greek

διαμεμερισμένα

  • 1 διαμεμερισμένα

    διαμερίζω
    divide: perf part mp neut nom /voc /acc pl
    διαμεμερισμένᾱ, διαμερίζω
    divide: perf part mp fem nom /voc /acc dual
    διαμεμερισμένᾱ, διαμερίζω
    divide: perf part mp fem nom /voc sg (doric aeolic)

    Morphologia Graeca > διαμεμερισμένα

Look at other dictionaries:

  • διαμεμερισμένα — διαμερίζω divide perf part mp neut nom/voc/acc pl διαμεμερισμένᾱ , διαμερίζω divide perf part mp fem nom/voc/acc dual διαμεμερισμένᾱ , διαμερίζω divide perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμεμερισμένας — διαμεμερισμένᾱς , διαμερίζω divide perf part mp fem acc pl διαμεμερισμένᾱς , διαμερίζω divide perf part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.