Translation: from greek

διαμέτρηση

Look at other dictionaries:

  • διαμέτρηση — η (Α διαμέτρησις, εως) [διαμετρώ] 1. ο προσδιορισμός τού διαμετρήματος 2. καταμέτρηση …   Dictionary of Greek

  • διαμετρήσῃ — διαμετρήσηι , διαμέτρησις measuring out fem dat sg (epic) διαμετρέω measure through aor subj mid 2nd sg διαμετρέω measure through aor subj act 3rd sg διαμετρέω measure through fut ind mid 2nd sg διαμετρέω measure through aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμετρητικός — ή, ό αυτός που χρησιμεύει για τη διαμέτρηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.