Translation: from greek to english

διαλύτρωσις

Look at other dictionaries:

  • διαλύτρωσις — ( εως), η (Α) [λύτρωσις] η απελευθέρωση αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων …   Dictionary of Greek

  • διαλύτρωσιν — διαλύτρωσις ransom fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυτρώσεως — διαλυτρώσεω̆ς , διαλύτρωσις ransom fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.