Translation: from greek

διαλαμπῆ

  • 1 διαλαμπή

    διαλαμπής
    white-hot: neut nom /voc /acc pl (attic epic doric)
    διαλαμπής
    white-hot: masc /fem /neut nom /voc /acc dual (doric aeolic)
    διαλαμπής
    white-hot: masc /fem acc sg (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > διαλαμπή

  • 2 διαλάμπη

    διαλάμπω
    shine through: pres subj mp 2nd sg
    διαλάμπω
    shine through: pres ind mp 2nd sg
    διαλάμπω
    shine through: pres subj act 3rd sg

    Morphologia Graeca > διαλάμπη

Look at other dictionaries:

  • Διαλαμπή — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 2 μ., 628 κάτ.) στην πρώην επαρχία Κομοτηνής του νομού Ροδόπης. Βρίσκεται κοντά στη βορειοανατολική όχθη της λίμνης Βιστονίδας, 26 χλμ. Δ της Κομοτηνής. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ιάσμου …   Dictionary of Greek

  • διαλαμπῆ — διαλαμπής white hot neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαλαμπής white hot masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διαλαμπής white hot masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμπῃ — διαλάμπω shine through pres subj mp 2nd sg διαλάμπω shine through pres ind mp 2nd sg διαλάμπω shine through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαυγασμός — ο (ΑΝ) 1. η πράξη τού διαυγάζω, διαλαμπή 2. αυγή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.