Translation: from greek

διαζευκτικοί

Look at other dictionaries:

  • διαζευκτικοί — διαζευκτικός disjunctive masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαζευκτικός — ή, ό αυτός που διαχωρίζει, που διαλύει: Διαζευκτικοί σύνδεσμοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.