Translation: from greek to english

διαδέκτωρ

Look at other dictionaries:

  • διαδέκτωρ — ( ορος), ο (Α) [διαδέχομαι] 1. κληρονόμος, διάδοχος 2. αυτός που προέρχεται από κληρονομιά …   Dictionary of Greek

  • διαδέκτορα — διαδέκτωρ inheritor masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέκτορας — διαδέκτωρ inheritor masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.