Translation: from greek to english

δευτερολογία

Look at other dictionaries:

  • δευτερολογία — η (Α δευτερολογία) νεοελλ. η δεύτερη αγόρευση τού ρήτορα (συνήθως στη Βουλή ή σε δικαστήριο) για το ίδιο θέμα, στην οποία προβάλλονται νέα στοιχεία ή επιχειρήματα για να αντικρούσουν τις απόψεις τού αντίπαλου ομιλητή αρχ. 1. η δεύτερη αγόρευση, ο …   Dictionary of Greek

  • δευτερολογία — η αγόρευση από τον ίδιο ρήτορα για δεύτερη φορά πάνω στο ίδιο θέμα, στο οποίο αφαιρεί στοιχεία ή παραφράζει επιχειρήματα άλλου ρήτορα: Στη βουλή, ο πρωθυπουργός πάντα απαντά στην αντιπολίτευση με δευτερολογίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Deuterologie — oder Deuterologia (griechisch δευτερολογία „zweite Rede“) bezeichnet die Rede eines zweiten Sprechers vor Gericht. Der Redner spricht dabei über denselben vom Vorredner bereits dargelegten Gegenstand und bereichert diesen unterstützend. In… …   Deutsch Wikipedia

  • Constantine II of Greece — Constantine ΙΙ King of the Hellenes Reign 6 March 1964 – 1 June 1973 Predecessor Paul …   Wikipedia

  • Apostasia of 1965 — The Apostasia ( el. Αποστασία , Apostasy ) or Iouliana ( el. Ιουλιανά , the events of July) or the Royal Coup ( el. Το Βασιλικό Πραξικόπημα ) is a term used to describe the political crisis in Greece, which centred around the resignation, on 15… …   Wikipedia

  • Constantino II de Grecia — Para otros usos de este término, véase Constantino. Constantino II Rey de los Helenos Constantino de Grecia. Reinado 6 de marzo de 1964 …   Wikipedia Español

  • СУДОПРОИЗВОДСТВО —    • Iudicium,          процесс.          a) Аттическое (ср. Meier Schömann, der attische Process, 1824, вновь изд. Липсиусом, 1883; E. Platner, Beiträge zur Kenntniss des attischen Rechts, 1820 и der Process und die Klagen bei den Attikern, 1824 …   Реальный словарь классических древностей

  • Etymologicum magnum — (griechisch Etymologikon mega Ἐτυμολογικὸν μέγα) ist ein alphabetisch geordnetes Sammelwerk von Wörtern bzw. Vokabeln der Griechischen Sprache in Form eines Wörterbuchs, das etwa um 1100 entstand. Es befasst sich jedoch nicht nur – wie der… …   Deutsch Wikipedia

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.