Translation: from greek to english

from english to greek

δέργμα

Look at other dictionaries:

  • δέργμα — ( ατος), το (Α) [δέρκομαι] 1. το βλέμμα, η ματιά («κυανοῡν λεύσσων δέργμα δράκοντος» έχοντας το βλέμμα τού δράκοντα) 2. αυτό που βλέπει κανείς, η θέα …   Dictionary of Greek

  • δέργμα — look neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεργμάτων — δέργμα look neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέργματα — δέργμα look neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέργματ' — δέργματα , δέργμα look neut nom/voc/acc pl δέργματι , δέργμα look neut dat sg δέργματε , δέργμα look neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρκομαι — και δερκιάομαι (Α) 1. βλέπω καθαρά 2. βλέπω, παρατηρώ κάποιον ή κάτι («...δερκομένοισι Τρῶας» ενώ παρατηρούσαν τους Τρώες) 3. διακρίνω, αισθάνομαι («κτύπον δέδορκα») 4. (για την Τύχη) προσβλέπω με εύνοια, ρίχνω ευνοϊκή ματιά 5. (για το φως)… …   Dictionary of Greek

  • derk̂- —     derk̂     English meaning: to look     Deutsche Übersetzung: “blicken”     Note: punctual, wherefore in O.Ind. and intrinsic in Ir. linked suppletively with a cursive present other root Root derk ̂ : to look derived from Root ĝher 3 und… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • der-, heavy basis derǝ-, drē- —     der , heavy basis derǝ , drē     English meaning: to cut, split, skin (*the tree)     Deutsche Übersetzung: ‘schinden, die Haut abziehen, abspalten, spalten”     Note: Root der , heavy basis derǝ , drē : “to cut, split, skin (*the tree)”… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.