Translation: from greek

γυμνασιαρχῇ

Look at other dictionaries:

  • γυμνασιαρχῇ — γυμνασιαρχέω to be gymnasiarch pres subj mp 2nd sg γυμνασιαρχέω to be gymnasiarch pres ind mp 2nd sg γυμνασιαρχέω to be gymnasiarch pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυμνασιαρχεύω — εκτελώ χρέη γυμνασιάρχη, αντικαθιστώ τον γυμνασιάρχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυμνασιάρχης. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία] …   Dictionary of Greek

  • Σύρος — Νησί των Κυκλάδων, στο κέντρο περίπου του συμπλέγματος, Δ της Δήλου και της Μυκόνου και ΝΔ της Τήνου. Με έκταση 83,6 τ. χλμ. είναι το πιο πυκνοκατοικημένο νησί της Ελλάδας, το εντέκατο σε έκταση του νομού Κυκλάδων, με το πέμπτο όμως και πλέον του …   Dictionary of Greek

  • γυμνασιαρχία — η (Α γυμνασιαρχία) νεοελλ. ο βαθμός ή η υπηρεσία τού γυμνασιάρχη αρχ. το αξίωμα τού γυμνασιάρχου …   Dictionary of Greek

  • γυμνασιαρχείο — το γραφείο τού γυμνασιάρχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυμνασιάρχης. Η λ. μαρτυρείται από το 1821 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • γυμνασιαρχικός — ή, ό (Α γυμνασιαρχικός, ή, όν) ο σχετικός με τον γυμνασιάρχη ή τον γυμνασίαρχο …   Dictionary of Greek

  • σύρος — Νησί των Κυκλάδων, στο κέντρο περίπου του συμπλέγματος, Δ της Δήλου και της Μυκόνου και ΝΔ της Τήνου. Με έκταση 83,6 τ. χλμ. είναι το πιο πυκνοκατοικημένο νησί της Ελλάδας, το εντέκατο σε έκταση του νομού Κυκλάδων, με το πέμπτο όμως και πλέον του …   Dictionary of Greek

  • Αλεξίου, Στυλιανός — I (Ηράκλειο Κρήτης 1921 –).Αρχαιολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου και λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι και στο Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Χαϊδελβέργης. Σταδιοδρόμησε αρχικά ως… …   Dictionary of Greek

  • Αντωνιάδης, Αντώνιος — (Πειραιάς 1836 – Αθήνα 1905).Εκπαιδευτικός, ποιητής, δραματουργός και ιστορικός συγγραφέας. Καταγόταν από την Κρήτη. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία ανακηρύχτηκε διδάκτορας. Διορίστηκε καθηγητής γυμνασίου στην… …   Dictionary of Greek

  • Γιερός, Χαράλαμπος — (Γωνιά Αρτάκης 1887 – Αθήνα 1975). Ιστορικός της φιλοσοφίας. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Λειψίας και της Περούτζια. Εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη μέση εκπαίδευση και έφτασε στον βαθμό του… …   Dictionary of Greek

  • γυμνασιαρχία — η 1. το αξίωμα του γυμνασιάρχη. 2. το αξίωμα του γυμνασίαρχου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.