Translation: from greek to english

from english to greek

γραφικός

Look at other dictionaries:

  • γραφικός — capable of drawing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικός — ή, ό (AM γραφικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη γραφή (α. «γραφική ύλη» υλικά για γράψιμο β. «γραφικός κάλαμος» καλάμι, πένα με την οποία έγραφαν) 2. φρ. «γραφικό σφάλμα», «γραφικὸν ἁμάρτημα» λάθος που έγινε κατά το γράψιμο ή κατά… …   Dictionary of Greek

  • γραφικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει σχέση με τη γραφή: Αυτός δεν είναι ο γραφικός μου χαρακτήρας. 2. αυτός που αναφέρεται στη ζωγραφική απεικόνιση: Γραφικές τέχνες. 3. αυτός που έχει ιδιαίτερη παρουσία, παραστατικός: Περάσαμε τις γιορτές σ’ ένα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γραφικά — γραφικός capable of drawing neut nom/voc/acc pl γραφικά̱ , γραφικός capable of drawing fem nom/voc/acc dual γραφικά̱ , γραφικός capable of drawing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικώτερον — γραφικός capable of drawing adverbial comp γραφικός capable of drawing masc acc comp sg γραφικός capable of drawing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικῶν — γραφικός capable of drawing fem gen pl γραφικός capable of drawing masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικόν — γραφικός capable of drawing masc acc sg γραφικός capable of drawing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικώτατα — γραφικός capable of drawing adverbial superl γραφικός capable of drawing neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικαῖς — γραφικός capable of drawing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικαί — γραφικός capable of drawing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραφικοῖο — γραφικός capable of drawing masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.