Translation: from greek

γλύφω

Look at other dictionaries:

  • γλύφω — carve pres subj act 1st sg γλύφω carve pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύφω — (AM γλύφω) 1. λαξεύω με γλύφανο σκληρή ύλη, σκαλίζω 2. χαράσσω διακοσμητικές παραστάσεις σε σκληρή ύλη αρχ. Ι. καταγράφω («γλύφων τόκους» για τον τοκογλύφο που καταγράφει λεπτομερώς τί τού χρωστάνε) II. γλύφομαι 1. βάζω κάποιον άλλο να κάνει… …   Dictionary of Greek

  • γλύφω — έγλυψα, γλύφτηκα, γλυμμένος, λαξεύω, σμιλεύω: Έγλυψε το μάρμαρο σχηματίζοντας μια ανθρώπινη μορφή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλύφον — γλύφω carve pres part act masc voc sg γλύφω carve pres part act neut nom/voc/acc sg γλύφω carve imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γλύφω carve imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμένα — γλύφω carve perf part mp neut nom/voc/acc pl γεγλυμμένᾱ , γλύφω carve perf part mp fem nom/voc/acc dual γεγλυμμένᾱ , γλύφω carve perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψαι — γλύφω carve aor imperat mid 2nd sg γλύφω carve aor inf act γλύψαῑ , γλύφω carve aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψον — γλύφω carve aor imperat act 2nd sg γλύφω carve fut part act masc voc sg γλύφω carve fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψω — γλύφω carve aor subj act 1st sg γλύφω carve fut ind act 1st sg γλύφω carve aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύψῃ — γλύφω carve aor subj mid 2nd sg γλύφω carve aor subj act 3rd sg γλύφω carve fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμέναι — γλύφω carve perf part mp fem nom/voc pl γεγλυμμένᾱͅ , γλύφω carve perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγλυμμένον — γλύφω carve perf part mp masc acc sg γλύφω carve perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.