Translation: from greek

γλυπτούς

Look at other dictionaries:

  • γλυπτούς — γλυπτός fit for carving masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλάθωσις — καλάθωσις, ἡ (Μ) [καλαθώ] 1. φάτνωση, κατασκευή οροφής διακοσμημένης με διάφορα ποικίλματα, κυρίως με καλαθίσκους*, με διακοσμήσεις σε σχήμα καλαθιού 2. η ίδια η διακόσμηση τής οροφής με γλυπτούς καλαθίσκους 3. η διακοσμημένη ή γλυπτή οροφή,… …   Dictionary of Greek

  • καλαθωτός — καλαθωτός, ή, όν (Α) διακοσμημένος με γλυπτούς καλαθίσκους*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλαθος + κατάλ. ωτός (πρβλ. ακανθ ωτός, δακτυλ ωτός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.